- στρουθίας
- ὁ, Αο σπουργίτης.[ΕΤΥΜΟΛ. < στρουθός + επίθημα -ίας (πρβλ. οβελ-ίας)].
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
στρουθίας — στρουθίᾱς , στρουθίας masc acc pl στρουθίᾱς , στρουθίας masc nom sg (attic epic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Στρουθίας — Στρουθίᾱς , Στρούθιος fem acc pl Στρουθίᾱς , Στρούθιος fem gen sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
στρουθίαι — στρουθίας masc nom/voc pl στρουθίᾱͅ , στρουθίας masc dat sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
στρουθιῶν — στρουθίας masc gen pl στρουθίζω chirp like a fut part act masc nom sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
στρουθίου — στρουθίας masc gen sg στρουθίον neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
στρουθία — στρουθίᾱ , στρουθίας masc nom/voc/acc dual στρουθίας masc voc sg στρουθίᾱ , στρουθίας masc voc sg (attic) στρουθίᾱ , στρουθίας masc gen sg (doric aeolic) στρουθίας masc nom sg (epic) στρουθίον neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
στρουθίαν — στρουθίᾱν , στρουθίας masc acc sg (attic epic doric aeolic) στρουθίας masc acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)